Μετάβαση στο περιεχόμενο

retired

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός retired
συγκριτικός more retired
υπερθετικός most retired

retired (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

retired (en)