retired
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | retired |
| συγκριτικός | more retired |
| υπερθετικός | most retired |
retired (en)
- συνταξιούχος
a retired teacher - συνταξιούχος δασκάλα
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]retired (en)