Μετάβαση στο περιεχόμενο

retirement home

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
retirement home <  δείτε τις λέξεις retirement και home

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
retirement home retirement homes

retirement home (en)

  1. η κατοικία για ηλικιωμένους, συνήθως μέσα σε συγκρότημα που έχει σχεδιαστεί ειδικά γι’ ηλικιωμένους
    παράδειγμα  There is a new housing development of 35 one-bedroom and two-bedroom retirement homes.
    Υπάρχει ένα νέο οικιστικό έργο με 35 κατοικίες για ηλικιωμένους, με ένα ή δύο υπνοδωμάτια.
  2. το γηροκομείο, ο οίκος ευγηρίας, μέρος όπου μένουν οι ηλικιωμένοι με εξειδικευμένη περίθαλψη
    παράδειγμα  Grandpa lives in a retirement home because he needs daily care.
    Ο παππούς μένει σε γηροκομείο γιατί χρειάζεται καθημερινή φροντίδα.
    παράδειγμα  She decided to move into a retirement home.
    Αποφάσισε να μετακομίσει σε οίκο ευγηρίας.
     συνώνυμα:  nursing home και old folks' home

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]