retirement home
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- retirement home < → δείτε τις λέξεις retirement και home
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| retirement home | retirement homes |
retirement home (en)
- η κατοικία για ηλικιωμένους, συνήθως μέσα σε συγκρότημα που έχει σχεδιαστεί ειδικά γι’ ηλικιωμένους
There is a new housing development of 35 one-bedroom and two-bedroom retirement homes.
- Υπάρχει ένα νέο οικιστικό έργο με 35 κατοικίες για ηλικιωμένους, με ένα ή δύο υπνοδωμάτια.
- το γηροκομείο, ο οίκος ευγηρίας, μέρος όπου μένουν οι ηλικιωμένοι με εξειδικευμένη περίθαλψη
Grandpa lives in a retirement home because he needs daily care.
- Ο παππούς μένει σε γηροκομείο γιατί χρειάζεται καθημερινή φροντίδα.
She decided to move into a retirement home.
- Αποφάσισε να μετακομίσει σε οίκο ευγηρίας.
- ≈ συνώνυμα: nursing home και old folks' home
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
retirement home στην αγγλική Βικιπαίδεια
