revival

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

revival (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

revival < αγγλική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

revival (fr) αρσενικό

  1. η αναβίωση, η ανανέωση, η αναζωπύρωση
    συνώνυμα: regain, renouveau