ritual

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ritual< λατινική ritualis < ritus + -alis

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈrɪ.tʃu.əl/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ritual (en)

  1. τελετουργικός, σχετικός με μια τελετή
    They performed the ritual lighting of the candles.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ritual (en)

  1. το τελετουργικό, η τελετή
    They carried out the ritual carefully.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]