τελετουργικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τελετουργικό τελετουργικά
γενική τελετουργικού τελετουργικών
αιτιατική τελετουργικό τελετουργικά
κλητική τελετουργικό τελετουργικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τελετουργικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τελετουργικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /tɛ.lɛ.tuɾ.ʝi.ˈkɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τελετουργικό ουδέτερο

  • η αυστηρά καθορισμένη διαδικασία που ακολουθείται σε μια τελετή

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

τελετουργικό

32πχ Μεταφράσεις[]