τελετουργικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τελετουργικός < τελετουργία + -ικός
Επίθετο
[επεξεργασία]τελετουργικός, -ή, -ό
- που αναφέρεται στην ή έχει το χαρακτήρα της τελετουργίας
- ※ Μέσα από τούς λίγους ... στίχους του δίνεται τό τοπίο, ή δράση, τά πρόσωπα καί ὁ λόγος μέ συμβολικά, μαγικά, λογοτεχνικά στοιχεῖα μέσα ἀπ' τὰ ὁποῖα ἀναδύεται μία ἱερή τελετουργική γονιμική ατμόσφαιρα καί μυητική δράση: ὁ ἱερός τόπος (πυκνή ὑδροχαρής βλάστηση, χτισμένη πηγή, ἱερός οἶκος γυναικείας θεότητας)· ή πάρωρη, ἄφωνη ὥρα (μεσημέρι ἤ χαράματα, ἄν κρίνουμε ἀπό τήν αναφορά τοῦ φαγητοῦ καί τό γεγονός ὅτι τά μεσάνυχτα τοποθετούνται σε παρελθόντα χρόνο) ... (Το νερό πηγή ζωής, κίνησης, καθαρμού, Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης. Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, 1999, σελ. 62 )