rompere

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

rompere < λατινική rumpěre

Ρήμα[επεξεργασία]

rompere (it)

  1. σπάζω έρχομαι σε ρήξη με κάποιον, με το παρελθόν
  2. το σπάζω μέχρι να το καταστήσω άχρηστο