roublardise
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- roublardise < roublard
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʁu.blaʁ.diz/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]roublardise (fr) θηλυκό
- ο κακοπροαίρετος χαρακτήρας / το κακοπροαίρετο φέρσιμο / μια πράξη κακοπροαίρετη