ruse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: rusé

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ruse < reusse (υποχωρώ, φεύγω) < λατινική recusare (απωθώ, αρνούμαι)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʁyz/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ruse ruses

ruse (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]