sénile

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sénile séniles

sénile (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. γεροντικός
  2. ξεμωραμένος, ξεκούτης

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]