scourge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

scourge (en)

  1. μαστίγιο
  2. (μεταφορικά) μάστιγα

Ρήμα[επεξεργασία]

scourge (en)

  1. μαστιγώνω