Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Αγγλικά (en)
Εναλλαγή
Αγγλικά (en)
υποενότητας
1.1
Ουσιαστικό
1.2
Ρήμα
1.3
Πηγές
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
scourge
29 γλώσσες
Brezhoneg
Čeština
Deutsch
English
Español
Eesti
Suomi
Français
Magyar
Հայերեն
Ido
Italiano
Қазақша
ಕನ್ನಡ
한국어
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Polski
Română
Русский
Simple English
Kiswahili
தமிழ்
తెలుగు
Tagalog
اردو
Tiếng Việt
中文
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
[
επεξεργασία
]
Ουσιαστικό
[
επεξεργασία
]
ενικός
πληθυντικός
scourge
scourges
scourge
(en)
(
συνήθως ενικός,
επίσημο
) η
μάστιγα
Drugs are one of the
scourges
of our time.
Τα ναρκωτικά είναι μία από τις
μάστιγες
της εποχής μας.
το
μαστίγιο
Ρήμα
[
επεξεργασία
]
scourge
(en)
μαστιγώνω
Πηγές
[
επεξεργασία
]
scourge (noun)
-
Oxford Learner's Dictionaries
scourge (verb)
-
Oxford Learner's Dictionaries
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
Επίσημοι όροι (αγγλικά)
Ρήματα (αγγλικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
scourge
29 γλώσσες
Προσθήκη θέματος