Μετάβαση στο περιεχόμενο

secrete

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας secrete
γ΄ ενικό ενεστώτα secretes
αόριστος secreted
παθητική μετοχή secreted
ενεργητική μετοχή secreting

secrete (en)