segment

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
segment segments

segment (fr) αρσενικό

  1. το τμήμα
  2. (μαθηματικά) segment de droite, segment: ευθύγραμμο τμήμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]