Μετάβαση στο περιεχόμενο

seror

Από Βικιλεξικό

Παλαιά γαλλικά (fro)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
cas sujet suer serors
cas régime seror serors

seror θηλυκό

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
Συναντώνται επίσης οι μορφές seror/sereur και serors/sereurs.