she-wolf
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| she-wolf | she-wolves |
Ετυμολογία en
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]she-wolf (en)
- (θηλαστικό ζώο) η λύκαινα
| ενικός | πληθυντικός |
| she-wolf | she-wolves |
she-wolf (en)