shred

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

shred (en)

  1. ψιλοκόβω
  2. νύσσω βιαίως νυκτό όργανο (αντί των κοινών strum και pluck)