strum

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

strum (en)

  • νύσσω, χτυπώ χορδή με τον αντίχειρα ή με πένα, γρατσουνώ, χορδίζω (με την έννοια κιθαρίζω και όχι κουρδίζω), πενιαρίζω, ρίχνω-βαρώ πενιές, μπουζουκοκελαηδώ, μπουζουκοκελαηδαώ, τσαγκρουνάω

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

στο άγριο ροκ και το μέταλ λέμε shred αντί για strum, επίσης shred λέμε και ασχέτως είδους μουσικής για πολύ δυνατή νύξη-πενιά