sincere

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: sincère

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

sincere (en)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

sincere < sincer- + -e

Επίρρημα[επεξεργασία]

sincere (eo)

  1. ειλικρινά
  2. (στο τέλος επιστολής) μετά τιμής