smelting

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

smelting (en)

  • σύντηξη, λιώσιμο μεταλλικού πετρώματος προς εξαγωγή μεταλλεύματος