sock

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sock socks

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sock (en)

  1. κάλτσα
  2. (αργκό Βικιεγχειρημάτων) το ψευδώνυμο-μαριονέτα χρήστη που αλλάζει συχνά ονόματα

Σύνθετα[επεξεργασία]