soulier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

soulier < λατινική subtel

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
soulier souliers

soulier (fr) αρσενικό

  1. υπόδημα, πόδημα