Μετάβαση στο περιεχόμενο

soulier

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
soulier < λατινική subtel

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
soulier souliers

soulier (fr) αρσενικό