spagnolo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

spagnolo < Spagna

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό spagnolo spagnoli
θηλυκό spagnola spagnole

spagnolo (it)

  1. ο Ισπανός, ο κάτοικος της Ισπανίας
  2. η επίσημη γλώσσα της Ισπανίας