Μετάβαση στο περιεχόμενο

sperimentazione

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sperimentazione sperimentazioni

sperimentazione (it) θηλυκό