spojka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: spójka

Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spojka (sr)



Σλοβακικά (sk) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spojka (sk) θηλυκό

  1. (γραμματική) ο σύνδεσμος



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spojka (cs) θηλυκό

  1. (γραμματική), (κοινά) ο σύνδεσμος
  2. η σύνδεση, η σύζευξη