stationnaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
stationnaire stationnaires

stationnaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σταθμευμένος
  2. ακίνητος

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]