Μετάβαση στο περιεχόμενο

steppe

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
steppe steppes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

steppe (en)