στέπα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | στέπα | οι | στέπες |
| γενική | της | στέπας | των | στεπών |
| αιτιατική | τη | στέπα | τις | στέπες |
| κλητική | στέπα | στέπες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στέπα < (άμεσο δάνειο) ρωσική степь
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στέπα θηλυκό
- (γεωγραφία) οικοσύστημα της Κεντρικής Ασίας που χαρακτηρίζεται από απέραντες εκτάσεις χορταριού και έλλειψη βροχόπτωσης
- ※ μια τεράστια σε έκταση πεδιάδα, για την οποία ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, οδοιπορώντας την το 1934, θα γράψει: «...απόλυτα άγονη και έρημη, και με το δικό της δυσοίωνο τρόπο πολύ όμορφη. Μόνο γαϊδουράγκαθα φυτρώνουν εδώ πέρα, και ακόμα κι αυτά μαραίνονται και σκορπίζουν με τον άνεμο στην επιφάνεια της στέπας, και μπλέκονται με άλλα ώσπου σχηματίζουν τεράστιες κινούμενες σφαίρες, σαν γιγάντια χνούδια». (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
στέπα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ρωσικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ρωσικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γεωγραφία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)