Μετάβαση στο περιεχόμενο

οικοσύστημα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οικοσύστημα τα οικοσυστήματα
      γενική του οικοσυστήματος των οικοσυστημάτων
    αιτιατική το οικοσύστημα τα οικοσυστήματα
     κλητική οικοσύστημα οικοσυστήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οικοσύστημα < λόγιο ενδογενές δάνειο: écosystème < αρχαία ελληνική οἶκος + σύστημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οικοσύστημα ουδέτερο

  • (οικολογία) βασική οικολογική μονάδα που αποτελείται από τον βιότοπο και τη βιοκοινότητα που ζει σ’ αυτό
    ※  Σύμφωνα με τους ερευνητές οι άνθρωποι που έφτιαξαν την βραχογραφία είχαν βαθιά γνώση των διάφορων οικοσυστήματων στην περιοχή και διέθεταν τις σχετικές δεξιότητες για να παρακολουθούν και να κυνηγούν ζώα και να συλλέγουν φυτά από κάθε οικοσύστημα ως μέρος μιας ευρείας στρατηγικής διαβίωσης. (Εκπληκτική κρυμμένη για αιώνες βραχογραφία αποκαλύπτει την ιστορία των πρώτων πολιτισμών του Αμαζονίου, Ναυτεμπορική, 19/8/2024 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]