Μετάβαση στο περιεχόμενο

stern

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός stern
συγκριτικός sterner
υπερθετικός sternest

stern (en)

  1. αυστηρός, βλοσυρός, σοβαρός και συχνά δείχνοντας ότι δεν εγκρίνει κάποιον ή κάτι· απαιτητικός, άτεγκτος, που περιμένει από κάποιον να τον υπακούσει
    παράδειγμα  The students were intimidated by the principal’s stern demeanor.
    Οι μαθητές ήταν πτοημένοι από την αυστηρή στάση του διευθυντή.
    παράδειγμα  She looked at him with a stern look.
    Τον κοίταξε με βλέμμα βλοσυρό.
    παράδειγμα  She has stern parents.
    Έχει απαιτητικούς γονείς.
    παράδειγμα  Our teacher is stern in his demands.
    Ο δάσκαλός μας είναι άτεγκτος στις απαιτήσεις του.
    ≈ συνώνυμα: strict
  2. σθεναρός, σοβαρός και δύσκολος
    παράδειγμα  We are facing stern opposition.
    Αντιμετωπίζουμε σθεναρή αντίσταση.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stern sterns

stern (en)