stern

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

stern (en)

  1. αυστηρός, τραχύς, άκαμπτος
    he was a stern father
  2. βλοσυρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

stern (en)

  1. η πρύμνη