stimulation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

stimulation (en)

  1. κίνητρο
  2. διέγερση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
stimulation stimulations

stimulation (fr) θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: stimuler