Μετάβαση στο περιεχόμενο

strangulation

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
strangulation strangulations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

strangulation (en)