sucrerie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

sucrerie < sucre + -erie

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sy.kʁǝ.ʁi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sucrerie sucreries

sucrerie (fr)

Il mange plein de sucreries. : τρώει όλο ζαχαρωτά.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

sucre