swahili

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /swaili/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

swahili (fr) αρσενικό

  1. η γλώσσα σουαχίλι

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό swahili swahilis
θηλυκό swahilie swahilies

swahili (fr)

  1. σχετικός με τη γλώσσα σουαχίλι

Άλλες γραφές[επεξεργασία]