Μετάβαση στο περιεχόμενο

syphiligraphe

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
syphiligraphe < syphilis + -graphe

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
syphiligraphe syphiligraphes

syphiligraphe (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]