Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

< (άμεσο δάνειο) γαλλική thé < ... < απώτατη αρχή: κινεζική ((chá) από τη διάλεκτο min-nan: tê).

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

(it)

  1. (βότανο) το φυτό τσάι
  2. (ρόφημα) το τσάι

Πηγές[επεξεργασία]

  • «» - Vocabolario Treccani online, Istituto dell'Enciclopedia Italiana.