Μετάβαση στο περιεχόμενο

Από Βικιλεξικό

Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /t͡ɕa̠/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

(ja) (kanji) hiragana: ちゃ, rōmaji: cha

  1. τσάι1
  2. (βοτανική, βότανο) το φυτό Camellia sinensis, το τεϊόδεντρο
     συνώνυμα: 茶の木

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • 1Αυτός ο όρος δεν χρησιμοποιείται μόνος του στα σύγχρονα ιαπωνικά. Για την έννοια του τσαγιού, χρησιμοποιείται είτε με το τιμητικό πρόθημα (o-), όπως お茶 (ちゃ, ocha), είτε σε σύνθετα όπως 紅茶 (こうちゃ, kōcha, «μαύρο τσάι»).

Σύνθετα

[επεξεργασία]
  • 茶の木 (ちゃのき, chanoki, «τεϊόδεντρο»)
  • お茶 (おちゃ, ocha, «τσάι»)
  • 紅茶 (こうちゃ, kōcha, «μαύρο τσάι»)
  • 抹茶 (まっちゃ, matcha, «μάτσα, πράσινο τσάι σε σκόνη»)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • στην ιαπωνική Βικιπαίδεια Λήμμα στην ιαπωνική Βικιπαίδεια
  • - Ιαπωνοαγγλικό Λεξικό jisho.org (στα αγγλικά)



Κινεζικά (zh)

[επεξεργασία]
茶 decimal
茶 Unicode (U+8336)
CJK UNIFIED IDEOGRAPH-8336

Σύμβολο

[επεξεργασία]

Σύμβολο

[επεξεργασία]

(zh)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

(zh) πινγίν: chá, σε διαλέκτους: tê όπως στα κινεζικά μινάν

Απόγονοι

[επεξεργασία]

από το μανδαρίνικο κινεζικό: chá

περσικά: چا‎ (čâ)
παράγωγο چای‎ (čây)
αραβικά: شاي (šāy)
οθωμανικά τουρκικά: چای (çay)[1] & چا‎ (ça)
τουρκικά: çay
βουλγαρικά: чай (čaj)
αλβανικά: çaj
ρωσικά: чай (čaj)
νέα ελληνικά: τσάι

από το διαλεκτικό στα κινεζικά μινάν

μαλαϊκά: teh
ολλανδικά: thee
αγγλικά: tea
γαλλικά: thé
ιταλικά:
καθαρεύουσα: τέϊον
νέα ελληνικά: τέιο
νορβηγικά: te
ουγγρικά: tea

 δείτε και πολλά περισσότερα στο παράρτημα  en:茶/derived terms στο αγγλικό Βικιλεξικό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Το οθωμανικό چای (çay), και με επιπλέον, άλλη προέλευση από τουρκικές γλώσσες < πρωτοτουρκική *čāy με σημασία: μικρό ποτάμι