tagen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

tagen 

Ρήμα[επεξεργασία]

tagen (de)

  1. (αμετάβατο) κάθομαι
  2. (μεταβατικό) (απρόσωπο) ξημερώνει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  Tag