Tag
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | der | Tag | die | Tage |
| γενική | des | Tags Tages |
der | Tage |
| δοτική | dem | Tag Tage |
den | Tagen |
| αιτιατική | den | Tag | die | Tage |
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- Tag < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική tac < παλαιά άνω γερμανική tag [1] [2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /taːk/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Tag
Ουσιαστικό 1
[επεξεργασία]Tag (de) αρσενικό
- η μέρα (διάστημα μεταξύ δύο νυχτών)
- η ημέρα (η πλήρης περιστροφή ενός ουράνιου σώματος)
Schaltjahre haben einen Tag mehr als normale Jahre.
Τα δίσεκτα έτη έχουν μία ημέρα παραπάνω από τα κανονικά έτη.
Auf der Venus dauert ein Tag (243 Erdentage) länger als ein Jahr (225 Erdentage).
Στην Αφροδίτη, μια ημέρα (243 γήινες ημέρες) διαρκεί περισσότερο από ένα έτος (225 γήινες ημέρες).
- οι μέρες (μόνο πληθυντικός)
Die Tage im Schwimmbad sind die besten.
Οι μέρες στην πισίνα είναι οι καλύτερες.
- η περίοδο (μόνο πληθυντικός)
Als ich zwölf war, hatte ich zum ersten Mal meine Tage.
Όταν ήμουν δώδεκα ετών, είχα την πρώτη μου περίοδο.
- (ορυχιακός) kάτω από το έδαφος
Unter Tage verliert man schnell das Zeitgefühl.
Κάτω από το έδαφος χάνεις γρήγορα την αίσθηση του χρόνου.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- Alltag
- Arbeitstag
- Bundestag
- Feiertag
- Geburtstag
- Jahrestag
- Mittag
- Muttertag
- Namenstag
- Regentag
- Reichstag
- Schalttag
- tagaus
- Tagdienst
- Tagtraum
- Tagebau
- Tagebuch
- Tagedieb
- Tagegeld
- tagein
- tagelang
- Tagesablauf
- Tagesanbruch
- Tagesausflug
- Tagescreme
- Tagesdecke
- Tagesfahrt
- Tagesgericht
- Tagesgeschehen
- Tageskarte
- Tageskasse
- Tageskurs
- Tageslicht
- Tageslichtprojektor
- Tageszeit
- Tageszeitung
- Valentinstag
- Vatertag
- Wochentag
- Zahltag
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- guten Tag - καλημέρα
- Tag und Nacht - νύχτα μέρα
- es ist Tag und Nacht auf - είναι ανοιχτά νύχτα μέρα (ολόκληρο το εικοσιτετράωρο)
Παροιμίες
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Tag στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | das | Tag | die | Tags |
| γενική | des | Tags | der | Tags |
| δοτική | dem | Tag | den | Tags |
| αιτιατική | das | Tag | die | Tags |
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- Tag < (άμεσο δάνειο) αγγλική tag
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό 2
[επεξεργασία]Tag (de) ουδέτερο
- (πληροφορική) η ετικέτα
Mit dem IMG-Tag fügt man Bilder in Webseiten ein.
Με την ετικέτα IMG εισάγονται εικόνες σε ιστοσελίδες.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Tag αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Tag < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Tag αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά αρσενικά (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά άνω γερμανικά (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (γερμανικά)
- Δάνεια από τα αγγλικά (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (γερμανικά)
- Πληροφορική (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (γερμανικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (ιταλικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (ιταλικά)