Tag
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | der | Tag | die | Tage |
| γενική | des | Tags Tages |
der | Tage |
| δοτική | dem | Tag Tage |
den | Tagen |
| αιτιατική | den | Tag | die | Tage |
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- Tag < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική tac < παλαιά άνω γερμανική tag [1] [2]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό 1
[επεξεργασία]Tag (de) αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- Alltag
- Arbeitstag
- Bundestag
- Feiertag
- Geburtstag
- Jahrestag
- Mittag
- Muttertag
- Namenstag
- Regentag
- Reichstag
- Schalttag
- tagaus
- Tagdienst
- Tagtraum
- Tagebau
- Tagebuch
- Tagedieb
- Tagegeld
- tagein
- tagelang
- Tagesablauf
- Tagesanbruch
- Tagesausflug
- Tagescreme
- Tagesdecke
- Tagesfahrt
- Tagesgericht
- Tagesgeschehen
- Tageskarte
- Tageskasse
- Tageskurs
- Tageslicht
- Tageslichtprojektor
- Tageszeit
- Tageszeitung
- Valentinstag
- Vatertag
- Wochentag
- Zahltag
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- guten Tag - καλημέρα
- Tag und Nacht - νύχτα μέρα
- es ist Tag und Nacht auf - είναι ανοιχτά νύχτα μέρα (ολόκληρο το εικοσιτετράωρο)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Tag στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | das | Tag | die | Tags |
| γενική | des | Tags | der | Tags |
| δοτική | dem | Tag | den | Tags |
| αιτιατική | das | Tag | die | Tags |
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- Tag < (άμεσο δάνειο) αγγλική tag
Ουσιαστικό 2
[επεξεργασία]Tag (de) ουδέτερο
- (πληροφορική) η ετικέτα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Tag αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Tag < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Tag αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά αρσενικά (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά άνω γερμανικά (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (γερμανικά)
- Δάνεια από τα αγγλικά (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (γερμανικά)
- Πληροφορική (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (γερμανικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (ιταλικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (ιταλικά)