Μετάβαση στο περιεχόμενο

Tag

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: tag, tåg, tag-

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Tag die Tage
γενική des Tags
Tages
der Tage
δοτική dem Tag
Tage
den Tagen
αιτιατική den Tag die Tage

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
Tag < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική tac < παλαιά άνω γερμανική tag [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /taːk/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Tag

Ουσιαστικό 1

[επεξεργασία]

Tag (de) αρσενικό

  1. η μέρα (διάστημα μεταξύ δύο νυχτών)
    παράδειγμα Wir waren heute den ganze Tag im Zoo.
         Σήμερα περάσαμε όλη τη μέρα στο ζωολογικό κήπο.
     αντώνυμα: Nacht
  2. η ημέρα (η πλήρης περιστροφή ενός ουράνιου σώματος)
    παράδειγμα Schaltjahre haben einen Tag mehr als normale Jahre.
         Τα δίσεκτα έτη έχουν μία ημέρα παραπάνω από τα κανονικά έτη.
    παράδειγμα Auf der Venus dauert ein Tag (243 Erdentage) länger als ein Jahr (225 Erdentage).
         Στην Αφροδίτη, μια ημέρα (243 γήινες ημέρες) διαρκεί περισσότερο από ένα έτος (225 γήινες ημέρες).
  3. οι μέρες (μόνο πληθυντικός)
    παράδειγμα Die Tage im Schwimmbad sind die besten.
         Οι μέρες στην πισίνα είναι οι καλύτερες.
  4. η περίοδο (μόνο πληθυντικός)
    παράδειγμα Als ich zwölf war, hatte ich zum ersten Mal meine Tage.
         Όταν ήμουν δώδεκα ετών, είχα την πρώτη μου περίοδο.
  5. (ορυχιακός) kάτω από το έδαφος
    παράδειγμα Unter Tage verliert man schnell das Zeitgefühl.
         Κάτω από το έδαφος χάνεις γρήγορα την αίσθηση του χρόνου.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • guten Tag - καλημέρα
  • Tag und Nacht - νύχτα μέρα
    es ist Tag und Nacht auf - είναι ανοιχτά νύχτα μέρα (ολόκληρο το εικοσιτετράωρο)

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Tag στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Tag - Duden online.
  2. Tag @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Tag die Tags
γενική des Tags der Tags
δοτική dem Tag den Tags
αιτιατική das Tag die Tags

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Tag < (άμεσο δάνειο) αγγλική tag

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɛk/ και /tæɡ/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Tag

Ουσιαστικό 2

[επεξεργασία]

Tag (de) ουδέτερο

  • (πληροφορική) η ετικέτα
    παράδειγμα Mit dem IMG-Tag fügt man Bilder in Webseiten ein.
         Με την ετικέτα IMG εισάγονται εικόνες σε ιστοσελίδες.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Tag αρσενικό ή θηλυκό

  • Familienforschung in Westpreußen, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 ,



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Tag < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Tag αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023