tarama
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| tarama | taramas |
tarama (fr) αρσενικό
- (γαστρονομία) ο ταραμάς, η ταραμοσαλάτα
| ενικός | πληθυντικός |
| tarama | taramas |
tarama (fr) αρσενικό