tease out
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | tease out |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | teases out |
| αόριστος | teased out |
| παθητική μετοχή | teased out |
| ενεργητική μετοχή | teasing out |
Ρήμα
[επεξεργασία]tease out (en)
- ξεμπλέκω κόμπο, μπλεγμένα νήματα, λύνω πλεξούδες κτλ.
- (μεταφορικά) για δύσκολο πρόβλημα: ανακαλύπτω/αποκαλύπτω τί ισχύει
- (μεταφορικά) για πληροφορία: εκμαιεύω