tenured
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]tenured (en)
- ο μόνιμος (για πανεπιστημιακό καθηγητή που έχει μονιμοποιηθεί σε ένα πανεπιστήμιο)
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]tenured (en)
tenured (en)
tenured (en)