Μετάβαση στο περιεχόμενο

thorn

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
thorn thorns

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
thorn < μέση αγγλική thorn, þorn < αγγλοσαξονική þorn

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /θɔːn/ (ΗΒ)
 
ΔΦΑ : /θoɹn/ (ΗΠΑ)
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

thorn (en)