Μετάβαση στο περιεχόμενο

thyroïde

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
thyroïde < θυρεοειδής

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ti.ʁɔ.id/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
thyroïde thyroïdes

thyroïde (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
thyroïde thyroïdes

thyroïde (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]