θυρεοειδής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θυρεοειδής θυρεοειδής θυρεοειδές
γενική θυρεοειδούς θυρεοειδούς θυρεοειδούς
αιτιατική θυρεοειδή θυρεοειδή θυρεοειδές
κλητική θυρεοειδή(ς) θυρεοειδής θυρεοειδές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θυρεοειδείς θυρεοειδείς θυρεοειδή
γενική θυρεοειδών θυρεοειδών θυρεοειδών
αιτιατική θυρεοειδείς θυρεοειδείς θυρεοειδή
κλητική θυρεοειδείς θυρεοειδείς θυρεοειδή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυρεοειδής < ελληνιστική κοινή θυρεοειδής < αρχαία ελληνική θυρεός (< θύρα) + -ειδής (< εἶδος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θυρεοειδής, -ής, -ές

  1. που μοιάζει με θυρεό
  2. που έχει σχέση με τον σχετικό αδένα ή χόνδρο (βλ. ουσιαστικό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θυρεοειδής αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]