Μετάβαση στο περιεχόμενο

tiff

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tiff (en)

  1. καβγαδάκι, μικροτσακωμός, τσακωμός μικρής κλίμακας
  2. Συντομομορφή: Tagged Image File Format, ακρονομασμένο ως TIFF και TIF
    φορμάτ/τύπος/μορφή αρχείου εικόνας

tiff (en)