Μετάβαση στο περιεχόμενο

tir

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: TIR

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
tir tirs

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tir (fr) αρσενικό

  1. ο πυροβολισμός
  2. η σκοποβολή
  3. (συνεκδοχικά) χώρος σκοποβολής
  4. (αθλητισμός) το σουτ, το σουτάρισμα, η βολή

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη tirer