tir

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tir tirs

tir (fr) αρσενικό

  1. ο πυροβολισμός
  2. (συνεκδοχικά) χώρος σκοποβολής
  3. (αθλητισμός) το σουτ, το σουτάρισμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: tirer