tire-bonde

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

tire-bonde < tirer + bonde

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tire-bonde tire-bonde
και tire-bondes

tire-bonde (fr) αρσενικό

  1. εξάρτημα που βγάζει το βούλωμα ενός βαρελιού