touchstone

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
touchstone touchstones

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

touchstone (en)

  1. σκληρή πέτρα τριβής κραμάτων για έλεγχο ποιότητας· πέτρα σιδηρουργικών δοκιμών· πέτρα σιδηρουργείου
  2. (μεταφορικά) θεμέλιος λίθος, βάση
  3. (μεταφορικά) πρότυπο σύγκρισης και εκτίμησης