Μετάβαση στο περιεχόμενο

tranquillisant

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό tranquillisant tranquillisants
θηλυκό tranquillisante tranquillisantes

tranquillisant (fr)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
tranquillisant tranquillisants

tranquillisant (fr) αρσενικό