Μετάβαση στο περιεχόμενο

trove

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

trove (en)

  1. θησαυρός που βρέθηκε θαμμένος στο έδαφος ή κρυμμένος
  2. δυσπρόσιτο εύρημα αξίας (αρχαία κειμήλια, λείψανα, κρυμμένα-άγνωστα αρχεία κτλ.)